…………………………..
έχει λιγνά δυο δένδρα
μικρό ένα περιβόλι·
και κάμνει εκεί της εξοχής
μια παρωδία το νερό —
μπαίνοντας σε κλωνάρια
οπού δεν έχουν μυστικά·
ποτίζοντας τες ρίζες
που έχουν ασθενικό χυμό·
τρέχοντας εις το φύλλωμα
που με κλωστές δεμένο
πεζό και μελαγχολικό
κρεμνά στα παραθύρια·
και πλένοντας καχεκτικά
φυτά που μες σε γλάστρες
τα ’στησ’ αράδα-αράδα
μια φρόνιμη νοικοκυρά.Βροχή, που τα μικρά παιδιά
κοιτάζουνε χαρούμενα
μέσ’ από κάμαρη ζεστή,
κι όσο πληθαίνει το νερό
και πέφτει πιο μεγάλα,
χτυπούν τα χέρια και πηδούν.
Βροχή, που ακούν οι γέροι
με σκυθρωπήν υπομονή,
με βαρεμό κι ανία·
γιατί εκείνοι από ένστικτον
δεν αγαπούνε διόλου
βρεμμένο χώμα και σκιές.Βροχή, βροχή — εξακολουθεί
πάντα ραγδαία να βρέχει.
Μα τώρα πια δεν βλέπω.
Θόλωσ’ απ’ τα πολλά νερά
του παραθύρου το υαλί.
Στην επιφάνειά του
τρέχουν, γλιστρούν, κι απλώνονται
κι ανεβοκατεβαίνουν
ρανίδες σκορπισμένες
και κάθε μια λεκιάζει
και κάθε μια θαμπώνει.
Και μόλις πλέον φαίνεται
θολά-θολά ο δρόμος
και μες σε πάχνη νερουλή
τα σπίτια και τ’ αμάξια.
Bροχή
November 19, 2007 von amphibolie
Κ.Π. Καβάφης
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
απλά βροχή… ξημέρωμα σκεπάζοντας την μικρή μην τύχει και βραχνιάσει η φωνούλα της συνάντησαν οι δρόμοι μας ένα σούσουρο: δεν ήτανε φωνές (αυτές τις έχω μάθει πια), ήτανε νερά, σταγόνες: συναντήθηκαν πάνω σε κάποια λαμαρίνα, τουρτούρηδες κανονικοί, δεν έβγαλα τις λέξεις, αλλά, κατάλαβα, σύναξη ήτανε κι εγώ δεν ήμουν καλεσμένος: λαθραίος ήχος η γλώσσα μου για αυτές κι αυτές για μένα… βγήκα στο μπαλκόνι και μάζεψα μία φούχτα από δαύτες: αλλά δεν μου μιλήσανε… σπάσανε στην μέση, κι αυτές σε νέα μέση μέχρι που κατάλαβα και τις άφησα να φύγουν, συνάντησαν τις άλλες…
ο αλεξανδρινός είναι υπέροχος φίλε αμφιβολίε